Greco moderno - Italiano



Vai al dizionario italiano-greco


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Hai problemi con i font greci? CLICCA QUI
παξιμαδάκι [s. nt.] πεφωτισμένος (-η, -ο)
παξιμάδι (-ιου, το) πείνα (-ας, η)
παύλα (-ας, η) πειναλέος (-α, -ο)
παύση (-ης, η) πεινασμένος (-η, -ο)
παυσίπονο (-, το) πεϊνουάρ [s. nt.]
παυσίπονος (-η, -ο) πεινώ (πείν-ασα,...
παύω (έπαψα, πα... πειθαναγκασμένος [agg.]
παζάρεμα (-, το) πειθαναγκασμός (-, ο)
παζαρεύω (παζάρεψα) πειθαναγκάζω (πειθανάγκ...
παζάρι (-ιου, το) πειθαρχείο (-, το)
παζαρλίκι (-, το) πειθαρχημένος (-η, -ο)
πέδη (-, η) πειθάρχηση (-, η)
πέδηση (-, η) πειθαρχία (-, η)
πεδιάδα (-ας, η) πειθαρχικός (-ή, -ό)
πέδικλο (-, το) πειθαρχώ (πειθάρχ-η...
πεδικλώνω (πεδίκλ-ωσ... πειθήνια (-)
πέδιλο (-ου, το) πειθήνιος (-α, -ο)
πεδιλοδρομία (-, η) πείθομαι (-)
πεδινός (-ή, -ό) πείθω (έπεισα, π...
πεδίο (-ου, το) πειθώ (-ούς, η)
πεδιόμετρο [s. nt.] πείρα (-ας, η)
πεδούκλα [s. femm.] πειραχτήρι (-, το)
πεδούκλι [s. nt.] πειραχτικός (-ή/-ιά, -...
πεφτάστερο [s. nt.] πείραγμα (-, το)
πέφτω (έπεσα, πε... πειραγμένος (-η, -ο)

Pagina precedentePagina successiva

Sfoglia il dizionario a partire da: