Greco moderno - Italiano



Donazione
Vai al dizionario italiano-greco


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Hai problemi con i font greci? CLICCA QUI
σαβάνα {σάβανων} σαγίζω [v.]
σάβανο [s. nt.] σάγισμα [s. nt.]
σαβαρέν [s. nt.] Σαγκάη [s. femm.]
σαββατικός [agg.] σάγμα {σάγμ-ατος...
Σάββατο {Σαββάτ-ου... σαγματοποιείο [s. nt.]
Σαββάτο [s. nt.] σαγματοποιία [s. femm.]
σαββατογεννημένος [agg.] σαγματοποιός [s. masch.]
σαββατοκύριακο [s. nt.] σαγματοπωλείο [s. nt.]
Σαβοΐα [s. femm.] σαγματοπώλης [s. masch.]
σαβουαγιάρ [s. nt.] σαγόνι {σαγον-ιού...
σαβούρα {χωρ. πληθ... σαγονιά [s. femm.]
σαβούρωμα [s. nt.] σαγρέ [s. nt.]
σαβουρώνω {σαβούρωσα... σαδισμός {χωρ. πληθ...
σαγανάκι {χωρ. γεν.... σαδιστής [s. masch.]
σαγάνι {σαγαν-ιού... σαδιστικός [agg.]
σαγή {χωρ. πληθ... σαδομαζοχισμός [s. masch.]
σαγήνεμα [s. nt.] σαδομαζοχιστής {σαδομαζοχ...
σαγηνευμένος [agg.] σαδομαζοχιστικός [agg.]
σαγηνεύομαι [v.] Σαδουκαίος [s. masch.]
σαγήνευση {-ης κ. -ε... σαθρός [agg.]
σαγηνευτής {σαγηνευτρ... σαθρότητα [s. femm.]
σαγηνευτικός [agg.] σαιζόν [s. femm.]
σαγηνεύτρια {σαγηνευτρ... σαιξπηρικός [agg.]
σαγηνεύω {σαγήνευ-σ... σαΐτα {σαϊτών}
σαγήνη {χωρ. πληθ... σαϊτευτής [s. masch.]

Pagina precedentePagina successiva

Sfoglia il dizionario a partire da: